Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

«Η ΤΑΜΠΕΛΑ ΠΕΡΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΩΝ»

ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΛΩΝ της ΠΟΑΣΥ
Αθήνα, 14 Ιουνίου 2014
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η
«Η ΤΑΜΠΕΛΑ ΠΕΡΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΩΝ»

Για μια ακόμα φορά η κατακριτέα πράξη ενός Αστυνομικού προσωποποιείται και χρεώνεται από διάφορους κύκλους και άτομα, ως εν γένει αστυνομική πολιτική βία που ασκούν στο σύνολο τους οι Αστυνομικοί. Αγνοώντας όμως επιλεκτικά και επιδεικτικά να αναφέρουν ότι η μετατροπή της Αστυνομίας από προστάτη του Πολίτη σε όργανο καταστολής οφείλεται στους εκάστοτε πολιτικά προϊσταμένους και στην Κυβέρνηση.  

Είναι γεγονός ότι στην χώρα μας έχουμε μια αδιάκριτη και ασύμμετρη βία, μια υπερβολική βία που δεν χρειάζεται. Κι όσοι βιαστούν να το αποδώσουν στο στερεότυπο «ότι η οικονομική κρίση φέρνει  βία» ξεχνούν ότι κι όταν είχαμε ανθηρά οικονομικά πάλι είχαμε βία. Λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι διαχρονικά απουσίαζε και απουσιάζει η γραμμή οριοθέτησης της βίας που μπορούν να ασκούν τόσο οι Αστυνομικοί όσο και οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες. Γιατί καταλήξαμε στην διαστρεβλωμένη άποψη ότι καθένας έχει το δικαίωμα να ασκεί ατομική βία υπό την κάλυψη της αντίστασης, ενώ παράλληλα αποτελεί και την κύρια τακτική εκείνων που επιδιώκουν την διεκδίκηση έννομων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Γιατί η βία είναι πάντα βία και τα αποτελέσματα που επιφέρει είναι τα ίδια είτε είσαι ένστολος είτε πολίτης και δεν μπορεί να μένει ατιμώρητος κανείς που την ασκεί. Ως κοινωνία όμως είμαστε επιεικείς με τους πολίτες που τραυματίζουν Αστυνομικούς. Ακόμα και οι πιο ανορθόδοξοι τρόποι επίθεσης είναι δεκτοί αρκεί ο τραυματίας να είναι ένστολος. Αλήθεια, τα ατομικά δικαιώματα δεν ισχύουν για τους Αστυνομικούς εν ώρα υπηρεσίας;   
Στο ιδιότυπο αίσθημα δικαίου που έχουμε ως κοινωνία, δικαιούμαστε να ασκήσουμε βία ως ατομική αντίσταση έναντι των Αστυνομικών, για τους οποίους ξεχνάμε ότι αποστολή τους είναι να πραγματώνουν την δημόσια τάξη εντός συνταγματικών ορίων, τους αντιμετωπίζουμε από φύλακες της κοινωνίας ως σιδηρούν βραχίονα του κράτους, και τελικά μεταμορφώνονται στον «μισητό» εχθρό, της μηδενικής ανοχής, και του ρατσισμού.
Παράλληλα, και οι εν δυνάμει στην εξουσία σπεύδουν να καταγγείλουν τον Αστυνομικό ως δεκανίκι του συστήματος, να τον ταυτίζουν με την κυβερνητική ευθύνη, να τον χαρακτηρίζουν φασίστα, χτίζοντας προσωπικότητες πολιτών μέσα στην αντιπαράθεση με τους αστυνομικούς αλλά και προφίλ αστυνομικών μέσα στην αναμέτρηση. Λίγο μετά βέβαια τον αγκαλιάζουν όταν δεν φορά στολή και τον θεωρούν κοινό πολίτη.
Έτσι λοιπόν, έχουμε τον επίορκο και τον βίαιο αστυνομικό αλλά μήπως και η διαφθορά δεν είναι κουλτούρα στην χώρα μας και δεν συναντάται και σε άλλους κύκλους εργαζομένων όπως στους πανεπιστημιακούς;
Όπως το δικαίωμα στην εργασία είναι βασικό δικαίωμα για την ανάπτυξη του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου, έτσι και η τήρηση της δημόσιας τάξης είναι το μέσον για την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής και της ειρήνης και όλοι μας, πολίτες και αστυνομικοί οφείλουμε να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί η περαιτέρω κλιμάκωση της βίας.
Το φαινόμενο της βίας στην κοινωνία μας όμως πρώτιστα αφορά την Κυβέρνηση και τα  πολιτικά κόμματα που οφείλουν να συμβάλλουν με τον δικό τους ρόλο, συλλογικά και ολοκληρωμένα, αλλάζοντας νοοτροπία και αντιλήψεις, με λύσεις που δεν θα είναι αποσπασματικές ή που θα εξυπηρετούν τα στενά κομματικά τους συμφέροντα. Το πλαίσιο της πρόληψης που οφείλει να προηγείται της καταστολής είναι απαραίτητο για μια κοινωνία χωρίς βία, για μια κοινωνία με δημιουργικό μέλλον. Και σ’ αυτό πρέπει να επενδύσουν όλοι οι αρμόδιοι πριν παρατάξουν πολυάριθμους Αστυνομικούς απέναντι σε πολίτες. 
Η βία με όποιον τρόπο κι αν εκδηλώνεται λειτουργεί τελικά σε βάρος της δημοκρατίας, σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών και σε τελική ανάλυση σε βάρος των λαϊκών διεκδικήσεων.

Τα μέλη της ΑΣΚΑ στο Δ.Σ. της ΠΟΑΣΥ